Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2008

02. Το Ξεκίνημα

«Και αυτοί που ξενιτεύτηκαν για τη θρησκεία του ΑΛΛΑΧ και στη συνέχεια φονεύθηκαν ή πέθαναν, θα τους ανταμείψει ο ΑΛΛΑΧ»
Κοράνι, 22-58


Η μεγάλη στέπα της Ευρασίας, μια απέραντη έκταση από θάμνους και γρασίδι, εκτείνεται από τα σύνορα της Κίνας μέχρι τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Στα βόρεια υπάρχουν κωνοφόρα δάση σε ένα μόνιμα παγωμένο έδαφος. Στα νότια αρχίζουν οι ατέλειωτες έρημοι. Το γρασίδι της στέπας είναι πολύ σκληρό και ο καιρός πολύ άστατος για τις καλλιέργειες. Το νερό είναι σχεδόν ανύπαρκτο. Τα τελευταία πενήντα χρόνια, με τους Σοβιετικούς να έχουν κατασκευάσει ειδικά μηχανήματα που οργώνουν τις στέπες, τα λιγοστά ποτάμια στέρεψαν και η στάθμη της Κασπίας Θάλασσας (που δεν έχει διέξοδο στη θάλασσα και είναι μια υδάτινη μικρογραφία της στέπας) έπεσε δραματικά.

Οι κάτοικοι της στέπας χρησιμοποιούν την σκληρή βλάστηση της περιοχής για τροφή των κοπαδιών τους. Οι ίδιοι ζουν σε σκηνές και μετακινούνται πάνω στα μικρόσωμα άλογά τους. Κάποτε, την τρίτη χιλιετία προ Χριστού, εδώ εξημερώθηκε το άλογο. Οι κάτοικοι της στέπας είναι γενικότερα γνωστοί σαν Τουρκμάνοι και είναι χωρισμένοι σε φυλές και οικογενειακές ομάδες. Με το πέρασμα των αιώνων, λόγω της αυξημένης δύναμης των εθνοτήτων που τους περιβάλουν, τα εδάφη των Τουρκμάνων συρρικνώθηκαν. Η ακμή της κοινωνίας τους ήταν τον ενδέκατο αιώνα.

Σε περιόδους λιμών, όταν οι απλοί χωρικοί πεθαίνουν σχεδόν εκεί που στέκονται, οι νομάδες ψάχνουν διεξόδους. Αυτό ίσως εξηγεί το λόγο που κατά καιρούς οι στέπες φτιάχνουν δεινούς πολεμιστές που ξεχύνονται με μανία στα γύρω εδάφη. Ένας άλλος λόγος είναι ότι κανείς – ούτε και οι πιο σκληροτράχηλοι νομάδες – δε θέλουν οικειοθελώς να ζήσουν στις απελπιστικές συνθήκες της στέπας για πάντα. Οι πολεμιστές ξεχύνονται σαν κύματα από το κέντρο της Ευρασιατικής στέπας προς τις γύρω περιοχές. Συνήθως, οι νομάδες που περνούν στις γύρω περιοχές εκτοπίζοντας τους ντόπιους γεωργούς είναι οι ίδιοι θύματα πεινασμένων νομάδων από το κέντρο της στέπας. Και θα είναι τα επόμενα θύματα των επόμενων επιδρομέων. Με τον τρόπο αυτό οι Τούρκοι σπρώχτηκαν προς τη Δύση τον όγδοο αιώνα, πρώτα εκτοπίζοντας τις εγκατεστημένες αρχαίες κυριαρχίες του Ιράν και του Ιράκ και στη συνέχεια πέρα από αυτές τα Αραβικά και τα Βυζαντινά εδάφη, πότε περνώντας τα σύνορα ένας-ένας, πότε μαζικά, πότε πολεμώντας για τον εαυτό τους, πότε για τοπικούς άρχοντες των αντιπάλων τους, πότε αποδεχόμενοι τις κρατικές δομές των νέων πατρίδων τους, πότε παίρνοντας οι ίδιοι την εξουσία στα χέρια τους

Μέσα στα παμπάλαια κάστρα, τα πηγάδια, τα παζάρια, τους μιναρέδες και τις λεμονιές, όπου σοφοί του Ισλάμ ψάχνουν την αλήθεια του κόσμου στο Κοράνι και στα λόγια του Προφήτη, απαλά και ανήκουστα, σαν τα στρογγυλεμένα χαλίκια της προσευχής στις χούφτες τους, οι Τουρκμάνοι ήρθαν καβάλα στα μικρόσωμα άλογά τους και τις περίεργες σέλλες τους, τους σιδερένιους αναβατήρες τους και τις μεταλλικές τους μπότες. Τα μικρά τους πόνεϊ, με τα κοντά πόδια, είναι τόσο έξυπνα που μερικές φορές είναι δύσκολο να πει κανείς αν οι άνθρωποι καβαλάνε τ’ άλογα ή τα άλογα μεταφέρουν τους ανθρώπους. Ένας αξιωματούχος των Οθωμανών προειδοποίησε τους αλαζόνες λόγω της νίκης τους Ρώσους το 1775, ότι «οι άνθρωποι του Μεγαλοπρεπούς Έθνους είναι καβάλα στ’ άλογα για πάρα πολύ καιρό». Για τους Τούρκους, μια αλογοουρά δεμένη πάνω σ’ έναν ιστό είναι σύμβολο ισχύος. Οι Τούρκοι μπορούσαν να μάθουν το άλογο να κλαίει ή να πιάνει με τα δόντια του το σπαθί από το χώμα και να το δίνει στον καβαλάρη του. Το άλογο των Τούρκων είχε την ουρά του βαμμένη κόκκινη, τις πληγές του να γιατρεύονται με βότανα, έτρωγε πριν από τον κύριό του και όταν πέθαινε δικαιούταν μια τιμητική ταφή. Τα άλογα είχαν τη φήμη τους από μόνα τους, σαν τον Καρά-Βουλίκ , τον Μαύρο Λύκο, που μετέφερε καλπάζοντας το νεαρό πρίγκιπα Σελίμ σε ασφαλές σημείο, μετά την αποτυχημένη απόπειρά εξέγερσης το 1505. Οι καβαλάρηδες αυτών των αλόγων μπορούσαν να εκτοξεύσουν το γκέριτ (ένα είδος λάσου) με μεγάλη ακρίβεια ενώ το άλογό τους έτρεχε. Μπορούσαν να ρίξουν το βέλος τους προς τα πίσω – τρία βέλη το δευτερόλεπτο, από τη σέλλα σε κινούμενο στόχο. Η σκόπευσή τους ήταν τόσο καλή που ένας Οθωμανός Σουλτάνος το δέκατο ένατο αιώνα, φορώντας φράκο και με άψογα γαλλικά, έριξε το βέλος του ανάμεσα στα πόδια του Αμερικανού πρεσβευτή.

«Το Ισλάμ» λέει ο ιστορικός Εσάντ Μπέη «είναι η έρημος». Αντίθετα με τις άλλες δυο μονοθεϊστικές θρησκείες, το Χριστιανισμό και τον Ιουδαϊσμό, το Ισλάμ δεν έχει θρησκευτικούς λειτουργούς. Οι νομάδες μπορούν να εξαφανιστούν για ατέλειωτες βδομάδες στην έρημο και ο Παντοδύναμος και Παντογνώστης Θεός είναι πάντα μαζί τους. Πέντε φορές τη μέρα, ο Μουσουλμάνος πρέπει να καθαρίσει το μυαλό του, να πλύνει τα χέρια του και να προσευχηθεί στο Θεό. Το Ισλάμ είναι ισχυρό όπλο κατά της αβεβαιότητας και της αλλαγής, για κάποιον που δεν γνωρίζει πού και με ποιόν θα είναι, από τη μια στιγμή στην άλλη. Οι νόμοι του Ισλάμ είναι απλοί και άτεγκτοι: Δεν υπάρχει άλλος Θεός από το Θεό και ο Μωάμεθ είναι ο Προφήτης του. Οι πέντε ημερήσιες προσευχές πρέπει να τηρούνται. Το χοιρινό και το αλκοόλ απαγορεύονται. Ελεημοσύνη πρέπει να δίνεται. Ο Πιστός πρέπει συνεχώς να εναντιώνεται στους άπιστους, ειρηνικά, εκτός αν προκληθεί. Το Κοράνι δεν είναι γραφή αλλά ο ίδιος ο νόμος, που έπεσε στη Γη από το φλεγόμενο Μυαλό του Θεού. Ενώ όμως είναι ελεύθερο από τις ασυναρτησίες των ιερέων, το Ισλάμ εξαρτάται από τις νομικίστικες ερμηνείες των Ουλεμάδων, των σοφών του Ισλαμικού νόμου που προσπαθούν να ερμηνεύσουν το Νόμο. Γιατί το Ισλάμ δεν είναι μόνο θρησκεία. Είναι τρόπος ζωής.

Το Ισλάμ σφυρηλατήθηκε στο μέτωπο. Πάντα υπήρχαν Μουσουλμάνοι χωρικοί, πλάσματα της συνήθειας που δεν είχαν αλλού να πάνε, που έπρεπε να κάνουν ό,τι τους λένε: οι Οθωμανοί τους δέχτηκαν, όπως δέχτηκαν και τους Χριστιανούς χωρικούς των Βαλκανίων, σαν αναγκαίο φορτίο, παραφυάδες του φυτού που έφτιαχνε τους ραγιάδες, το κοπάδι, που οι καβαλάρηδες ήταν γεννημένοι να διοικούν. Η ιδιοφυΐα του Ισλάμ απευθύνεται στους αστούς και στους νομάδες, τις απρόβλεπτες και επισφαλείς κοινότητες που πάντα αντιπαθούν τη ζωή των χωρικών. Το Ισλάμ μεταδόθηκε με τα καραβάνια στις πόλεις της Μέσης Ανατολής, αλλά και με το σπαθί, το δεμένο στη μέση των Μουσουλμάνων μαχητών που αποκαλούσαν τον εαυτό τους γαζήδες, πολεμιστές της Πίστης και που ξεκίνησαν από την Αραβία, καβάλα στ’ άλογα, στον έβδομο αιώνα, περιφρονώντας τις αποστάσεις, ξεχύθηκαν στη Δύση, στη Βόρεια Αφρική και στο βορρά, στις στέπες, κάνοντας το Ισλάμ την κυριαρχούσα θρησκεία, τον Οίκο της Ειρήνης από της Στήλες του Ηρακλή μέχρι τις στέπες της Ασίας, τη Βόρεια Αφρική, μέχρι το Ιράν και την Ινδία, από τον Καύκασο μέχρι τη Ζανζιβάρη, και όλη τη Μεσόγειο, μέχρι την Ανδαλουσία και τη Σικελία.

Η ορμή τελικά εφθάρη. Το πνεύμα των γαζήδων άρχισε να σβήνει. Οι Πύλες της Ερμηνείας έκλεισαν τον ένατο αιώνα. Το Ισλάμ εγκαταστάθηκε, χάνοντας λίγο από την ορμή του αλλά κερδίζοντας γοητεία καθώς άνθισε στο Μουσουλμανικό πολιτισμό στο Ιράν, στην Αίγυπτο, στην Ισπανία, όταν ο σοφός και ο δίκαιος προσπέρασαν τον πολεμιστή. Και η τυφλή πίστη των άγριων πολεμιστών έδωσε τη θέση της στο διάλογο, τη Θεία Αποκάλυψη και την Αριστοτελική εξήγηση. Τον δωδέκατο αιώνα οι σταυροφόροι ενόχλησαν τον Οίκο της Ειρήνης. Η Ιερουσαλήμ και η Παλαιστίνη χάθηκαν προσωρινά. Νορμανδοί – Βίκινγκς – πολεμιστές έδιωξαν τους Μουσουλμάνους από τη Βόρεια Μεσόγειο. Το θαυμαστό πνεύμα της Ανδαλουσίας αντικαταστάθηκε από τη βαρβαρότητα της Ιεράς Εξέτασης. Η Ισπανία των Μαυριτανών παραδόθηκε μαζί με τον πολιτισμό της, τα παλάτια της, τις βιβλιοθήκες της, τα δημόσια λουτρά της στη βαρβαρότητα των Χριστιανών του Μεσαίωνα. Αλλά η κλασσική ενότητα του Ισλάμ, με ένα Χαλίφη να ορίζει τις τύχες του από τη Βαγδάτη, είχε ήδη χαθεί από την αντιδικία των Σιϊτών. Οι Σιΐτες πιστεύουν ότι οι νόμιμοι απόγονοι του Προφήτη είναι η οικογένεια του γαμπρού του Αλή. Οι Σουνίτες πιστεύουν ότι η Χάρη του Θεού ανήκει στους απογόνους της κόρης του Φατιμά. Υπό την πίεση αυτής της διαμάχης ο Οίκος της Ειρήνης συγκλονίστηκε από πολέμους στους οποίου μαχητές δεν ήταν ίδιοι οι ευγενείς εκπρόσωποι των δύο δογμάτων, αλλά μισθοφόροι που στρατολογήθηκαν από τους νομάδες Τουρκμάνους, πέρα από τις στέπες.

Παρόλα αυτά, η τάση του Ισλάμ για κίνηση, η ομορφιά της εξέλιξης του, παρέμεινε ζωντανή και τελετουργική, από τα καραβάνια που ξετυλίγονταν σαν κουβάρι μέσα στον Ισλαμικό κόσμο, μεταφέροντας μπαχαρικά και χρυσάφι, μετάξι και γούνες. Τα περισσότερα από τα είδη πολυτελείας μεταφέρονταν από Μουσουλμάνους έμπορους. Και υπήρχε και το εξαιρετικό γεγονός που λέγεται Χατζ, Προσκύνημα, προνόμιο και υποχρέωση κάθε Πιστού, που οι Οθωμανοί ήταν ταγμένοι να ελέγχουν, η τεράστια ετήσια μετακίνηση ανδρών και γυναικών στις Ιερές Πόλεις της Μέκκα και της Μεδίνας, μέσα στις άνυδρες έρημους της Αραβίας. Το Ισλάμ τιμά τους ταξιδεύοντες. Οι εμίρηδες, οι πρίγκιπες, οι βασιλιάδες είχαν ιερή υποχρέωση να προστατεύουν και να διευκολύνουν τα καραβάνια και τους διαβάτες που περνούσαν από τις περιοχές τους, πολύ περισσότερο τους χατζήδες1. Ο Ιμπν Μπατούτα, ο μεγάλος σοφός και εξερευνητής Μαροκινός πρίγκιπας του 14ου αιώνα, έγραφε ότι το 1329, μετά το Χατζ του, έφθασε στην Ιερουσαλήμ και είδε τις γαλέρες των «σπουδαίων Τούρκων Βασιλιάδων» να βοηθούν τους Πιστούς να περάσουν στις χώρες τους στην Ανατολία και τη Βόρεια Αφρική, μέσα από τα «σκληρά εδάφη» της ερήμου. Το 1329, ο γηραιός πια Μπατούτα είχε ήδη ολοκληρώσει τον περίπλου της Βόρειας Αφρικής και είχε γνωρίσει πολλούς μεγάλους Μουσουλμάνους ηγέτες.

Με τους Τούρκους, το Ισλάμ φάνηκε να ανακτά την αρχική του δύναμη. Ο Μπατούτα αποκαλούσε τον Ορχάν, γιο του Οσμάν, σαν τον «μεγαλύτερο βασιλιά στο Ισλάμ και στον κόσμο». Μια προφητική περιγραφή, αφού στα 1330 η επικράτεια των Οθωμανών δεν ήταν μεγάλη. Ο Ορχάν κυρίευε πόλεις με τα στρατεύματά του και, όπως κάθε καλός κυβερνήτης στο Ισλάμ, τους προσέφερε τζαμιά και σχολεία. Αλλά η σκηνή του και το στρατόπεδο των ανδρών του ήταν συνεχώς μετακινούμενα και τα εκατόν είκοσι τζαμιά που έκτισε ήταν σκορπισμένα σε όλη την Ανατολή. Ο γέρος Μαροκινός, με όλη την οξυδέρκεια της πείρας του αλλά και την σοφία του πολιτισμού του και ενώ θαύμαζε τη δύναμη του Ορχάν, δεν έπαυε να τον χαρακτηρίζει βάρβαρο: «ο μεγάλος βασιλιάς δεν μένει ποτέ στο ίδιο μέρος όταν τελειώσει το καλοκαίρι και το στρατόπεδό του πηγαίνει αλλού χωρίς να γυρίζει πίσω, όπως οι βάρβαροι που ζουν πέρα από τα ιερά εδάφη του Θεού».


Όταν τον ένατο αιώνα οι Τουρκμάνοι εγκατέλειψαν τις στέπες, μπήκαν στην υπηρεσία των Αμπασσιδών Χαλίφηδων της Βαγδάτης. Οι Χαλίφηδες της Βαγδάτης τους είχαν διδάξει το Ισλάμ. Από τους Πέρσες είχαν μάθει την τέχνη της κρατικής διοίκησης και μερικοί από αυτούς εγκαταστάθηκαν σε πόλεις σε δικές τους επικράτειες. Οι καβαλάρηδες όμως με τα κοπάδια τους συνέχισαν να μετακινούνται. Είχαν ασπασθεί το Ισλάμ και ήταν αποφασισμένοι να διαδώσουν την πίστη τους σε όλους, με όσους έρχονταν σε επαφή. Οι βασιλιάδες της Μέσης Ανατολής ήταν ευχαριστημένοι που έφευγαν γιατί οι νομάδες δεν είναι καλό παράδειγμα για τους φιλήσυχους φορολογούμενους χωρικούς.

Τραβήχτηκαν στο ’κέρας του ρινόκερου’ της Ανατολίας κατά την υποχώρηση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Μετά τη μάχη του 1071 στην Ανατολία, τα ανατολικά σύνορα του Βυζαντίου έγιναν μαλακά, σαν γιαούρτη που τόσο πολύ αγαπούσαν οι Οθωμανοί. Πότε ωθούμενοι από τους Μογγόλους στα ανατολικά τους, πότε καλύπτοντας το κενό που άφηναν οι Βυζαντινοί στα δυτικά τους, οι Οθωμανοί πάντα κινήθηκαν δυτικά.

Στα τέλη του δέκατου-τρίτου αιώνα οι Τούρκοι έφθασαν στις Ανατολικές ακτές της Μεσογείου. Πίσω τους βρίσκονταν εμιράτα και πριγκιπάτα που είχαν πολεμήσει ιερό πόλεμο κατά του Βυζαντίου και στη συνέχεια, ενώ οι Βυζαντινοί υποχωρούσαν, έχασαν την επαφή τους με το μέτωπο, εγκαταστάθηκαν στα πρώην Βυζαντινά εδάφη και εγκατέλειψαν το νομαδικό βίο, ασχολούμενοι με τη γεωργία και τη φορολόγηση των ντόπιων χωρικών. Τα μικρά αυτά κρατίδια ήταν το ίδιο έτοιμα να ξεφορτωθούν τους Οθωμανούς όσο και οι Βυζαντινοί. Οι Οθωμανοί τους έκαναν τη χάρη, αλλά πριν κινηθούν προς δυσμάς, τους υποχρέωναν σε υποτέλεια. Η χαλαρή αυτή υποτέλεια σε ομόπιστους, είχε πολλά πλεονεκτήματα για τους τοπικούς άρχοντες, με κυριότερο το γεγονός ότι εξασφάλιζε ειρήνη στην περιοχή – έστω και με κάποιο κόστος. Και έτσι το μέτωπο εμπλουτιζόταν συνεχώς με νέο αίμα. Με την άφιξή τους στη Μεσόγειο, οι πιο θαρραλέοι από τους Οθωμανούς άρχισαν να κατασκευάζουν πλοιάρια και πλωτά μέσα για να εξερευνήσουν και κυρίως για να μεταφέρουν τον Ιερό Πόλεμο και στη θάλασσα αλλά και στις Ευρωπαϊκές ακτές. Ο Ιερός αυτός Πόλεμος δεν ήταν πόλεμος, τουλάχιστον στην αρχή, αλλά κούρσεμα των ακτών της Ελλάδας και των νησιών του Αιγαίου.

Στις αρχές του δέκατου-τέταρτου αιώνα ο Οσμάν από τη Βιθυνία οδήγησε το επόμενο κύμα νομάδων προς τη Μεσόγειο. Η έκταση της επικράτειάς του ήταν μικρή, όπως και ο τίτλος του: Μπέης δηλαδή απλώς άρχοντας. Ήταν όμως στην αιχμή του δόρατος του Ισλάμ, στο προαύλιο των Βυζαντινών, πολύ κοντά στο Χριστιανισμό της Δύσης, λίγα χιλιόμετρα από τη Χριστιανική πόλη Προύσα (την Μπούρσα των Οθωμανών), αγναντεύοντας τη θάλασσα του Μαρμαρά – και την Κωνσταντινούπολη. Χιλιάδες πολεμιστές ήρθαν να τον βοηθήσουν, μετά τις πρώτες επιτυχίες του: σκληροτράχηλοι ορεσίβιοι, άκληροι χωρικοί, νομάδες, πιστοί στο Κοράνι, μύστες, φυγάδες, επαναστάτες, ολόκληρες οικογένειες Βυζαντινών που είχαν χάσει τη γη τους, ακόμα και ακρίτες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, παραμελημένοι από το κράτος, πέρασαν στο πλευρό των νικητών. Ενώθηκαν όλοι με τους Τουρκμάνους, τους Μογγόλους, τους ανυπόμονους για Ιερό Πόλεμο Μουσουλμάνους, υπηκόους των φιλήσυχων –πια – Εμίρηδων. Όλοι μαζί δημιούργησαν ένα τεράστιο στράτευμα, δυσανάλογα μεγάλο για την επικράτεια των Οσμάν. Και σφράγισαν τη μοίρα τους να κυριαρχήσουν σε Ανατολή και Δύση, σε δυο ηπείρους, σε δυο θάλασσες – και στις Ιερές Πόλεις.

Ο ίδιος ο Οσμάν, δίκην της μοιραίας δημοκρατίας των ορεσιβίων και των νομάδων, ήταν πρώτος μεταξύ ίσων. Η καταγωγή του δεν είναι απόλυτα γνωστή. Τα δικαιώματά του πάνω στις εκτάσεις που είχε καταλάβει καλύπτονται από μύθους. Και δεν αναγνώριζε κανέναν ανώτερο από τον εαυτό του: ούτε τους Μογγόλους κυριάρχους των Τουρκικών φυλών, ούτε τους Εμίρηδες των κρατιδίων της Ανατολής, ούτε τους Χαλίφηδες του Ισλάμ. Διοικούσε με τη βοήθεια των πολυάριθμων μελών της οικογενείας του. Σχεδόν όλοι στο περιβάλλον του ήταν συγγενείς του. Και προσέθετε συνεχώς σε αυτούς: παρότρυνε τους ανθρώπους του να παντρεύονται Έλληνες και Ελληνίδες – τους οποίους θεωρούσε φίλους του – και παρίστατο πάντοτε, τιμώντας τους, στους μεικτούς γάμους, αλλά τιμούσε απεριόριστα τους Σελτζούκους Τούρκους και τις παλιές νομαδικές τους συνήθειες – ο ίδιος ο Οσμάν, σαν νομάδας, έμενε σε σκηνή όλο το χρόνο – και άκουγε με ευχαρίστηση τη στρατιωτική μουσική των παλιών Τουρκικών φυλών της Ανατολίας. Δεν ήξερε γραφή και ανάγνωση, αλλά είχε μάθει όλο το Κοράνι. Τιμούσε όλους τους επισκέπτες του χαρίζοντάς τους ένα κύπελλο από το κρανίο των εχθρών του. Και εμπιστευόταν – ίσως περισσότερο από κάθε άλλον – τον προσωπικό του γραμματέα, τον άνθρωπο που τον έσωσε από μια δολοφονική απόπειρα εναντίον του και που έμεινε μαζί του μέχρι το τέλος, τον Έλληνα Μιχαήλ. Δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα αν ο Οσμάν αγαπούσε πράγματι τόσο πολύ τους Έλληνες ή απλώς χρησιμοποίησε το Μιχαήλ γιατί ήταν ο πιο μορφωμένος από όσους είχε γνωρίσει. Παντρεύτηκε την κόρη του πιο σημαντικού σεΐχη της Ανατολίας Εντέμπ-Αλή, απευθείας απόγονου του Προφήτη.
Η ιστορία μάς βεβαιώνει ότι ο γάμος ήταν από έρωτα, όμως το συμφέρον ήταν επίσης παρόν: Το αμάλγαμα της Τουρκικής ορμής της Ανατολίας, με τον Ισλαμικό πολιτισμό των Ιερών Τόπων των Πιστών, με δόση από την Ελληνική παιδεία της Ιωνίας. Η συνταγή επιτυχίας των Οθωμανών. Η ανανεωτική, αναγεννητική επίδραση των παραδόσεων της στέπας, με τον μυστικισμό και την πολιτιστική παράδοση του Ισλάμ είναι το εκρηκτικό μείγμα της Οθωμανικής επιτυχίας. Με καταλύτες τους πανάρχαιους πολιτισμούς της Περσίας, της Μεσοποταμίας και της Ιωνίας, πολιτισμούς που οι Οθωμανοί σεβάστηκαν.

Τα κέντρα της Ισλαμικής Ορθοδοξίας απείχαν πολύ από τα πολεμικά μέτωπα. Αυτό ίσχυσε όχι μόνο για τους Οθωμανούς. Η Αραβική Ανδαλουσία χάθηκε από την επιμονή των Χαλίφηδων της Βαγδάτης και της Δαμασκού να ελέγχουν από μακριά τους ευγενείς πολεμιστές της Δύσης. Το Ισλάμ στο μέτωπο είχε πάντα την ιδιοσυγκρασία της μάχης: επαναστατικό, νεωτεριστικό, σχεδόν αιρετικό. Οι Οθωμανοί, σκληροί πολεμιστές, γαζήδες της Πίστης, των οποίων οι γυναίκες αναγκαστικά κυκλοφορούσαν χωρίς πέπλο, προτιμούσαν τους σοφούς του Ισλάμ που ήξεραν να κρατούν – και γιατί όχι, να προσηλυτίζουν – τους έξυπνους και μορφωμένους κατοίκους των παλιών πόλεων. Οι Οθωμανοί ανέχονταν και χρησιμοποιούσαν τους σκληροτράχηλους πολεμιστές, ακούραστους σπαχήδες, πιστούς γαζήδες, ακόμα και τους τρελούς – φορείς της θέλησης του Θεού. Οι πιο αποτελεσματικοί όμως πολεμιστές τους ήταν οι γενίτσαροι. Και αυτοί ήταν γιοι των Χριστιανικών οικογενειών των Βαλκανίων. Όπως Χριστιανοί ήταν και οι Βεζίρηδες του Αυτοκρατορικού Συμβουλίου (του Ντινβανιού). Όπως και οι περισσότεροι αξιωματούχοι της Αυτοκρατορίας2.

Ρόλος του Οσμάν ήταν να μεταφράσει τις γνωστικές εξάρσεις των μπάμπα (των γέρων σοφών) σε πρόγραμμα δράσης, οδηγώντας τους ανθρώπους του σε καλύτερα βοσκοτόπια και περισσότερα λάφυρα. Αλλιώς δε θα ήταν τίποτα παραπάνω από ένας ακόμα πολεμιστής που σέβονταν τις κρίσεις τους.

Χαρισματικές αιρέσεις, ευγενείς θρησκευτικές οργανώσεις, αδελφότητες και συντεχνίες, είχαν επιβάλλει ένα είδος νόμου στις περιοχές που η αρχή του Οσμάν ήταν αδύναμη. Όλα αυτά δεν έσβησαν τελείως. Επέζησαν σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της Αυτοκρατορίας, άσχετα με το πόσο οργανωμένη και πόσο θρησκευτικά ‘ορθόδοξη’ έγινε. Μερικές μετατράπηκαν σε νόμιμες, όπως το τάγμα των ντερβίσηδων Μπεκτασί, που αργότερα άνθισαν ανάμεσα στα τάγματα των γενιτσάρων, που έπιναν κρασί και οι γυναίκες τους κυκλοφορούσαν χωρίς πέπλο, και πολλές φορές διευκόλυναν για τους Χριστιανούς τη διαδικασία του εξισλαμισμού. Άλλοι, όπως το τάγμα των Μελαμί, που περιφρόνησαν την ψευδαίσθηση του κόσμου, κυνηγήθηκαν με πείσμα από τις αρχές. Ασχολήθηκαν με το μυστήριο της ζωής και την σημασία των αλλαγών. Ο μεγάλος μυστικιστής τους Μπεντρεντίν έγραφε: «Όλα βρίσκονται στη διαδικασία της δημιουργίας και της καταστροφής. Δεν υπάρχει το εδώ και το μετά. Τα πάντα είναι μια απλή στιγμή». Ο ίδιος άφησε μια πολλά υποσχόμενη καριέρα στο Ορθόδοξο Ισλάμ για να γυρίζει στις παραμεθόριες περιοχές και να προσηλυτίζει τους νέους πολίτες της Αυτοκρατορίας, ειδικά τους Χριστιανούς, στο Ισλάμ, λέγοντας ότι έρχεται το τέλος του κόσμου. Οι Οθωμανοί βαρέθηκαν να περιμένουν και τον κρέμασαν σ’ ένα δέντρο στις Σέρρες το 1416.

Αψηφώντας τους κινδύνους, βέβαιοι για τη νίκη τους, με τις σκηνές τους, τα πρόβατά τους και τις οικογένειές τους στα στρατόπεδα, η καλή τύχη των Τούρκων φαίνεται σαν μια τυφλή συνωμοσία της φύσης, με τη βοήθεια της ιστορίας. Οι παλιοί Τούρκοι ιστορικοί εξηγούν τις επιτυχίες τους με τη μεγαλοσύνη που τρέχει στο αίμα τους. Μερικοί συνέδεσαν τον Οσμάν με το Νώε, αποδεικνύοντας, με κάποιους τρόπους, ότι ο πρώτος κατάγεται από τον δεύτερο σε πενήντα-δύο γενιές3. Πιθανόν να είναι η παλιά Τούρκικη παροιμία, ότι οι Νομάδες πάντα κινούνται προς τον Ήλιο που δύει. Ο Μεχμέτ ο 2ος σκέφτηκε ότι ο αλτρουισμός όσων «μεταχειρίζονται το σώμα τους σαν να ανήκει σε κάποιον άλλον, όσον αφορά τον πόνο και τον κίνδυνο», έδωσε στους προγόνους του τις ατέλειωτες νίκες. Τις σκέψεις του αυτές είπε στο στράτευμά του την παραμονή της μάχης της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης. Ο Gibbon αποδίδει την επιτυχία των Οθωμανών στη ραστώνη των Ελλήνων. Ένας άλλος Άγγλος, στη διάρκεια του 2ου Παγκόσμιου Πολέμου, είπε ότι οι Οθωμανοί ήταν Έλληνες και ότι οι Οθωμανικές κατακτήσεις ήταν απλώς ένα είδος μετάλλαξης του Ελληνικού πολιτισμού. Ένας άλλος Τούρκος καθηγητής, μιλώντας στο Παρίσι στα 1920 προσπάθησε να ανατρέψει το μύθο λέγοντας ότι οι Έλληνες είναι Τούρκοι. Ένας Γερμανός στα 1930 απέδωσε στους γαζήδες και στη μυστικιστική τους ιστορία την επιτυχία των Οθωμανών, ορμώμενος από την προφητική περίφημη επιγραφή στο τζαμί της Προύσας: «Ορχάν, γιος του Οσμάν, γαζής, Σουλτάνος των γαζήδων, Κυρίαρχος των Οριζόντων, Αρχηγός του Κόσμου». Δυστυχώς για το Γερμανό, οι αρχαιολόγοι απέδειξαν ότι η επιγραφή είναι πολύ μεταγενέστερη του τζαμιού και δεν ήταν καθόλου προφητική.

Ίσως οι πολεμικές επιτυχίες των καβαλάρηδων από την Ασία οφείλονται στην πίστη τους. Στην αφοσίωσή τους στον Αλλάχ και στην περηφάνια της Αλήθειας. Το Ισλάμ κατάργησε τις τεράστιες αποστάσεις, από τη στέπα μέχρι τον Ατλαντικό, αναδεικνύοντας τον Έναν και Μοναδικό Θεό, τον Έναν και Μοναδικό Νόμο. Και καθώς οι γαζήδες προχωρούσαν προς την Ευρώπη, το μόνο που έκανε ο καβαλάρης του ήταν να χαϊδεύει το άλογο κι’ αυτό ορμούσε προς τη νίκη, ακολουθώντας το πεπρωμένο, φέρνοντας στη Δύση τη δύναμη της Αλήθειας και την ομορφιά της τουλίπας.


1 Κάτι που ισχύει ακόμα και σήμερα. Η Σαουδική Αραβία φιλοξενεί με έξοδα του κράτους όλα τα εκατομμύρια προσκυνητών που καταλήγουν στις Ιερές τους Πόλεις.
2 Όταν τα σύνορα είχαν πια ενσωματωθεί στην Αυτοκρατορία και η Αυτοκρατορία είχε προ πολλού μεταβληθεί σε αξιοπρεπή φύλακα του Ισλάμ, όταν οι Μουλάδες με μια φωνή είχαν καταδικάσει την εκρηκτική ποίηση του Μυσρί Εφφέντη, μπορούσε κανείς να προμηθευθεί ακόμα ένα αντίτυπο των ποιημάτων αυτών με την ένδειξη (που θυμίζει τα σημερινά πακέτα τσιγάρα): «Ο Μουφτής τα καταδίκασε στην πυρά και εξέδωσε τον φετβά του: Όποιος μιλάει και πιστεύει όσα ο Μυσρί Εφφέντη πρέπει να καίγεται στην πυρά, εκτός από τον ίδιο το Μυσρί Εφφέντη γιατί κανένας φετβάς δε μπορεί να εκδοθεί για κάποιον που τον κατέχει ενθουσιασμός.
3 Στην αρχή μιλούσαν για τριάντα-έξι γενιές αλλά αποφάσισαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με τους υπολογισμούς τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: