Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2008

11. Σουλεΐμάν Ο Μεγαλοπρεπής

«Ο άνθρωπος δεν αισθάνεται κούραση να αναζητά τα όμορφα πράγματα»
Κοράνι, 41-49

«Ας είναι Πολύδωρος εκείνος που στα Χέρια του είναι η Κυριαρχία και που η Δύναμή Του βρίσκεται πάνω από κάθε πράγμα»
Κοράνι, 67-1


Στις 18 Ιουλίου 1520, ο Σουλτάνος Σελίμ άφησε την Κωνσταντινούπολη, μαζί με το στρατό του για το Έντιρνε από όπου θα ξεκίναγε η εκστρατεία στην Ευρώπη. Μέχρι τότε όλες οι εκστρατείες του Σελίμ ήταν στην Περσία, την Αραβία και την Αίγυπτο. Για πρώτη φορά στην οκτάχρονη θητεία του, οι αψίδες στήθηκαν στην Πύλη του Βελιγραδίου, προς το Έντιρνε. Τα παλιά σύμβολα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έδειχναν στην Υφήλιο ότι το απάνθισμα της Οθωμανικής Δύναμης κατευθυνόταν προς τη Δύση. Στο μέσο της διαδρομής μέχρι το Έντιρνε ο Σελίμ πέθανε. Σύμφωνα με έναν χρονικογράφο της εποχής: «από μόλυνση του κακού σπυριού και έτσι σώθηκε η Ουγγαρία».

Τα γρανάζια της μηχανής που διέπουν τη διαδοχή στην Οθωμανική Αυτοκρατορία τέθηκαν αμέσως σε λειτουργία. Ο Μέγας Βεζίρης του Σελίμ κράτησε μυστική από το στράτευμα την είδηση του θανάτου του Σουλτάνου ενόσω η ταχύτερη στον κόσμο υπηρεσία μηνυμάτων μετέφερε τα μαντάτα στο μοναχογιό του Σελίμ, το Σουλεϊμάν, την εποχή εκείνη κυβερνήτη των Δαρδανελίων. Εφόσον ο Σουλεϊμάν δεν είχε αδελφούς, φάνηκε ότι στην περίπτωση αυτή η Αυτοκρατορία θα γλίτωνε τις αιματηρές διαδικασίες που συνήθως την ταλάνιζαν, ειδικά τις αδελφοκτονίες.

Ο Σουλεϊμάν, είκοσι-εννέα χρονών τότε, έφθασε στην Κωνσταντινούπολη τη Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου, οκτώ μέρες μετά το θάνατο του πατέρα του. Εκεί οδηγήθηκε στο τζαμί και στον τάφο του Εϊγιούπ, εκτός των τειχών της Πόλης, στο Χρυσό Κέρας. Για τους πιστούς στο Ισλάμ, αυτό είναι το τρίτο ιερότερο μέρος του κόσμου, μετά τη Μέκκα και την Ιερουσαλήμ, το σημείο ταφής του πιστού φίλου και ακόλουθου του Προφήτη Εϊγιούπ Ενσαρί που σκοτώθηκε κατά την πρώτη πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Άραβες το 674. Η πολιορκία είχε αποτύχει και η Κωνσταντινούπολη έμεινε σε Χριστιανικά χέρια για άλλους οκτώ αιώνες. Το σημείο του τάφου είχε χαθεί, αλλά σαν από θαύμα, κατά την Άλωση, ο Μεχμέτ ο Πορθητής ξαναβρήκε τον τάφο και για να τιμήσει το γεγονός έχτισε στο σημείο ένα Κουλλίγιε δηλαδή ένα σύμπλεγμα τζαμιών και ιερατικών χώρων. Μετά το θάνατο του Πορθητή, έγινε έθιμο για όλους τους Σουλτάνους να στέφονται με το σπαθί του ένδοξου προγόνου τους – και ιδρυτή της δυναστείας τους - Οσμάν του 1ου, του ονομαζόμενου Γαζή του Νικηφόρου στον τάφο του Εϊγιούπ και στη συνέχεια να επισκέπτονται τον τάφο του ίδιου του Πορθητή, στο Μέγα Κουλλίγιε1 που ο ίδιος ο Πορθητής είχε χτίσει στο κέντρο της Πόλης, πάνω στη παλιά εκκλησία των Αγίων Αποστόλων.

Την αυγή της επόμενης μέρας, 1ης Οκτωβρίου 1520, ο Σουλεϊμάν δέχτηκε αντιπροσωπεία ανωτάτων λειτουργών στην είσοδο της Τρίτης Αυλής του σαραγιού στο Τοπ Καπί. Το απόγευμα παρακολούθησε την κηδεία του πατέρα του, που ετάφη στην Πύλη του Έντιρνε. Το πρώτο επίσημο νομοθέτημά του (ιραδές) ήταν να κατασκευασθεί ένα κουλλίγιε προς τιμήν του Σελίμ. Δυο μέρες αργότερα, διαμοίρασε τη καθιερωμένη δωρεά (μπαξίσι) προς το σώμα των γενιτσάρων: ένα ποσόν – όπως αναφέρεται – πολύ μεγαλύτερο από αυτό που είχε δώσει ο πατέρας του πριν οκτώ χρόνια. Έδωσε επίσης χρήματα σε όλους τους εργαζόμενους και τους λειτουργούς στο σαράι. Για να δείξει την δική του περί δικαίου αίσθηση και το στίγμα της διοίκησης που θα ακολουθούσε, ελευθέρωσε έναν αριθμό ισλαμιστών διανοουμένων οι οποίοι είχαν μεταφερθεί στην Κωνσταντινούπολη από το Κάιρο χωρίς τη θέλησή τους από το Σελίμ. Επίσης ήρε την απαγόρευση εισαγωγής στην Αυτοκρατορία Ιρανικών προϊόντων, απελευθέρωσε όσους φυλακισμένους νόμισε ότι υπήρχε πιθανότητα να είναι αθώοι, ή των οποίων η δίκη ίσως ήταν διαβλητή και έδωσε εντολή να εκτελεσθούν όσοι δολοφόνοι ήταν φυλακισμένοι στα μπουντρούμια.

«Είναι ψηλός και αγέρωχος, το πρόσωπό του είναι αδύνατο και έχει ανοιχτό χρώμα. Ο λαιμός του είναι λίγο μακρύς και η μύτη του μυτερή… ευχάριστος άνδρας, αν και το πρόσωπό του χλομιάζει. Λένε ότι είναι έξυπνος, του αρέσει το διάβασμα και όλοι ελπίζουν να δουν καλό από τη βασιλεία του», έγραψε ο Bernardo Contarini κατά την στέψη του Σουλεϊμάν. Ο Ιόβιος έγραψε «Ένας ευγενής αμνός διαδέχεται έναν άγριο λέοντα» και ο Πάπας Λέων ο 10ος όρισε να ψαλλούν ύμνοι σε όλοι τη Ρώμη.

Οι Ιταλικές πόλεις-κράτη συνήθιζαν να αποκαλούν τους Σουλτάνους ‘Il Gran Turko’ (ο Τουρκαλάς), από τα μέσα της βασιλείας του Σουλεϊμάν, καθώς το γόητρό του μεγάλωνε, άρχισαν να τους αποκαλούν ‘Gran Signor’. Πράγματι, για τον Σουλεϊμάν, η Δύση έλεγε τα καλύτερα λόγια. Πρώτα-πρώτα οι Δυτικοί δέχτηκαν τον τίτλο του Σουλεϊμάν ο οποίος προσδιόριζε τον εαυτό του σαν κυρίαρχο τριάντα-επτά χωρών, άρχοντα:
της επικράτειας των Ρωμαίων, των Περσών και των Αράβων, ήρωα όλων, καμάρι της Γης και του Χρόνου. Της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας. Της ένδοξης Καάμπα και της επιφωτισμένης Μεδίνας, της ευγενούς Ιερουσαλήμ και του Θρόνου της Αιγύπτου, σπάνιου διαμαντιού όλων των εποχών. Της επαρχίας της Υεμένης, του Άντεν και της Σάανα και της Βαγδάτης, του επίγειου Παραδείσου, της Βασόρας, της Χάσας και όλης της Μεσοποταμίας. Των χωρών της Αλγερίας και του Αζερμπαϊτζάν, των στεπών της Κιρκασίας και της χώρας των Τατάρων. Του Κουρδιστάν και των χωρών της Ρωμυλίας και της Ανατολίας, Της Βλαχίας και της Μολδαβίας. Και όλης της Ουγγαρίας. Της Πελοποννήσου, της Ρούμελης και της ένδοξης Εύβοιας. Της Βοσνίας και όλου του Δούναβη. Και άλλων πολλών και άξιων βασιλείων. Σουλτάνος και Πατισάχ.

Από τους Οθωμανούς, ο Σουλεϊμάν ονομάστηκε «Τέλειος της Τελειότητας», γιατί όλη του η ύπαρξη συνδέθηκε με τον τέλειο Αριθμό του Ισλάμ, το δέκα: τον αριθμό των εντολών του Θεού, των ορισμών του Προφήτη, των μερών του Κορανίου, των δακτύλων του χεριού και του ποδιού και των αστρονομικών Ουρανών του Ισλάμ. Ο Σουλτάνος Σουλεϊμάν ήταν ο 10ος άρχοντας του οίκου του, γεννημένος στην αρχή του 10ου αιώνα, το έτος 900 του Μουσουλμανικού Ημερολογίου (1493 του δυτικού).

Οι διαδοχικοί πρεσβευτές της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Ενετίας στην Πύλη έβλεπαν ένα μονάρχη που μπορούσε σε συντομότατο χρόνο και χωρίς φανερό κόστος να σχηματίσει ένα στράτευμα από 100.000 άνδρες, του οποίου τα σύνορα συνεχώς διευρύνονταν, που ήταν τόσο περήφανος ώστε να δίνει ακροάσεις μόνο αυτοπροσώπως, που δεν δίσταζε να μιλήσει σε όλους και για όλα. Στις πολυάριθμες αναφορές τους προς τους Δόγηδες, φαίνεται ότι προβληματίζονταν στο πώς να περιγράψουν καλύτερα τη δύναμή του, πολιτική, στρατιωτική, γεωγραφική, οικονομική. Η σύγχυσή τους ήταν τόσο μεγάλη που στο τέλος απλά έλεγαν ότι τα όρια της Αυτοκρατορίας έφταναν μέχρι την Περσία, την Ισπανία και την Αυτοκρατορία του Ιερού Ιωάννη2.

Επί Σουλεϊμάν η Αυτοκρατορία έγινε αντικείμενο θαυμασμού αλλά και φόβου σε Ανατολή και Δύση. Οι κουρσάροι του ταλαιπωρούσαν κατά το δοκούν τις παράλιες πόλεις και τα λιμάνια της Ισπανίας. Ινδοί Μαχαραγιάδες τον παρακαλούσαν να τους προστατεύσει. Το ίδιο και ο βασιλιάς της Γαλλίας που κάποτε του έστειλε κρυφά επιστολή από Ιταλικό μπουντρούμι, κρυμμένη στο τακούνι κάποιου δραπέτη, να τον βοηθήσει κατά του Πάπα. Οι Ιρανοί έκαψαν για χάρη του όλη τη χώρα τους (για να μην εκστρατεύσει εναντίον μιας καμένης περιοχής). Οι Ούγγροι του απένειμαν τίτλο ευγενείας. Ένας ξένος πρεσβευτής έγραψε στην Κυβέρνησή του: «Βρυχάται σαν λιοντάρι στα σύνορά μας». Ακόμα και οι Αψβούργοι του απέδωσαν τιμές. Η φήμη του ήταν τόσο έντονη και ο θρύλος του τόσο μυθικός που είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του, οι Άγγλοι ζήταγαν τη βοήθειά του για να αντιμετωπίσουν την Ισπανική Αρμάδα. Όταν έκανε πόλεμο – δεκατρείς σημαντικές στρατιωτικές εκστρατείες και αναρίθμητες μικρότερες πολεμικές επεμβάσεις – οι περιγραφές τους κάλυπταν βιβλία. Η φυγή των Ιπποτών της Ρόδου στη Μάλτα το 1526 έδωσε στους Οθωμανούς όλο το Αιγαίο. Οι κουρσάροι του προσάρτησαν όλοι τη Μπαρμπαριά, μέχρι την Αλγερία και το Μαρόκο3. Όταν κοιμόταν, δεκατέσσερις υπηρέτες πρόσεχαν τα κεριά στο δωμάτιό του. Όταν έτρεχε καβάλα στ’ άλογο, στην Πόλη, στον πόλεμο, στο κυνήγι, σαράντα άλλοι κουβάλαγαν. «Δέκα για τ’ άρματα, δέκα για τα ρούχα, δέκα για τα παγωμένα ποτά και δέκα για δεν ξέρω τι άλλο» έγραφε ένας δυτικός πρεσβευτής.

Στην Τουρκική ιστορία ο Σουλεϊμάν αναφέρεται σαν Κανούμι, ο Νομοθέτης. Επί των ημερών του κωδικοποιήθηκαν όλοι οι κοσμικοί και Κορανικοί νόμοι. Ο μόνος που τον είχε ξεπεράσει ήταν ο Ιουστινιανός, στην ίδια πόλη, την Κωνσταντινούπολη, χίλια χρόνια πριν. Οι νόμοι του καθόρισαν τα καθήκοντα και τα δικαιώματα των υπηκόων του, σύμφωνα με τις Ισλαμικές απόψεις και τις κοσμικές ανάγκες της Αυτοκρατορίας. Έθεσαν τις βάσεις με τις οποίες για πέντε περίπου αιώνες θα καθορίζονταν οι σχέσεις μεταξύ Μουσουλμάνων και απίστων. Κωδικοποιήθηκαν οι αρχές με βάση τις οποίες η κοινωνία έπρεπε να ζει, από τις ποινές για τα εγκλήματα και τις αδικίες μέχρι τις ενδυμασίες που έπρεπε να φορά ο κάθε πολίτης, ανάλογα με τη θέση του, την καταγωγή του και το επάγγελμά του.

Κυβέρνησε τόσα πολλά χρόνια – σαράντα-πέντε συναπτά – που το όνομά του έγινε συνώνυμο με το κράτος. Η απάθεια της μεγαλοπρέπειάς του έγινε μύθος: Όπως η αντίδρασή του όταν έφθασαν στην Πόλη τα νέα για τη μεγάλη ναυτική νίκη του Οθωμανικού στόλου επί του βασιλιά της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, βασιλιά της Βοημίας και των Κάτω Χωρών και όλων των Γερμανιών, τον Κάρολο τον 5ο, τον οποίο ο Σουλεϊμάν ονόμαζε ‘Αυτοκράτορα της Ισπανίας’. Καθώς ο Οθωμανός ναύαρχος έμπαινε στο Βόσπορο, ένα μικρό καΐκι προπορευόταν με όλα τα σύμβολα και τα λάβαρα της μεγάλης νίκης. Όλοι οι κάτοικοι της Πόλης ξεσηκώθηκαν για την υποδοχή. Στη ναυαρχίδα ήταν οι υψηλόβαθμοι Χριστιανοί αιχμάλωτοι, ανάμεσά τους ο Ισπανός διοικητής. Ακολουθούσαν, σαν πάπιες, έντεκα αιχμαλωτισμένα Χριστιανικά πλοία, ενώ σαράντα επτά άλλα κείτονταν βυθισμένα στα θολά νερά της Μπαρμπαριάς, έξω από την Τύνιδα. Σκαριά φτιαγμένα με όλη τη τέχνη και τη χλιδή της Νάπολης, της Γένουας, της Φλωρεντίας, της Σικελίας και της Μάλτας – όλα αγιασμένα από τον ίδιο τον Πάπα. Η πανωλεθρία του Ισπανικού στόλου ήταν αυτή που έδωσε στους Οθωμανούς τη βόρεια Αφρική. Ο μεγαλύτερος Ισπανός ναύαρχος, ο Andrea Doria, στάθηκε τυχερός και απέδρασε στην Ιταλία. Ο Σουλεϊμάν κατέβηκε μέχρι την παραλία για να δώσει στον Καπουτάν Πασά του την τιμή της παρουσίας του. Ούτε μια στιγμή όμως δεν άλλαξε η έκφραση του προσώπου του. «η ίδια σοβαρότητα, η ίδια αγριάδα στο πρόσωπο του Μεγάλου Κυρίου, σαν η μεγάλη νίκη να μην τον αφορούσε καθόλου, ή να μην είχε καμιά σημασία γι’ αυτόν».

Ερωτεύθηκε με μεγαλοπρέπεια και, εκπλήσσοντας ολόκληρο τον κόσμο, όχι μόνο παντρεύτηκε την γυναίκα του έρωτά του, αλλά έμεινε πιστός σ’ αυτή για όλη του τη ζωή. Η γυναίκα αυτή ήταν η σκλάβα Ροξελάνα, που τις έδωσε το όνομα Χασεκί Χιουρέμ. Γάλλοι, Ιταλοί, Ρώσοι, είχαν το θράσος και την αδιαντροπιά να τη διεκδικούν, ελπίζοντας στην εύνοια του μεγάλου συζύγου της και ισόβιου εραστή της. Η Χασεκί Χιουρέμ χάρισε στον Σουλεϊμάν πέντε παιδιά, ένα γιο, τον Μεχμέτ, το 1521, μια κόρη, την Μιχριμάχ, το 1522 και στη συνέχεια τρεις γιους, τους Αμπντουλάχ, Σελίμ και Βαγιαζήτ. Ο Αμπντουλάχ πέθανε το 1526, σε μια από τις συνηθισμένες επιδημίες πανούκλας που έπλητταν την Πόλη. Το 1530 η Χασεκί γέννησε ένα ακόμα γιο, τον Τσιχανγκίρ, ο οποίος ήταν εκ γενετής δύσμορφος και καμπούρης. Ο Τσιχανγκίρ ήταν πανέξυπνος και απέκτησε σημαντική παιδεία με την οποία για αρκετά χρόνια επηρέαζε από τα παρασκήνια την πολιτική του Σουλτάνου, ο οποίος λέγεται ότι σέβονταν τη γνώμη του. Ο κόσμος ήξερε την κατάσταση του Τσιχανγκίρ και τον ονόμαζε Εγκρί, ο Κυρτός. Μετά τη γέννηση του Μεχμέτ, η Χασεκί απέκτησε μεγάλη δύναμη στο σαράι και ο Σουλεϊμάν παραμέρισε όλες τις προηγούμενες συζύγους του, μεταξύ των οποίων και την Γκιουλμπαχάρ, από την οποία είχε ήδη αποκτήσει ένα γιο, τον Μουσταφά. Έφτασε στο σημείο να την αναγορεύσει νόμιμη και μοναδική σύζυγό του, πράγμα που πρώτη φορά συνέβαινε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η συμπεριφορά του Σουλτάνου προς τη Ροξελάνα αποτέλεσε θέμα συζήτησης στην αγορά της Πόλης για πολλά χρόνια. Ακόμα και μέχρι τα γεράματά του, την κοίταζε στα μάτια και την πρόσεχε ιδιαίτερα, ακόμα και στις δημόσιες εμφανίσεις τους. Ο Ιταλός Bassano αναφέρει «της έχει τόση αγάπη και της είναι τόσο πιστός, που όλοι του οι υπήκοοι απορούν και λένε ότι τον έχει μαγέψει».

Οι σύζυγοι των Σουλτάνων ήταν γνωστές σαν Καντίν, που σημαίνει απλά ‘γυναίκες’, η πρώτη που έφερνε στον κόσμο ένα γιο είχε προτεραιότητα και έπαιρνε το όνομα Πρώτης (Μπιριντσί). Σε πλεονεκτική θέση ήταν και η δεύτερη γυναίκα που γεννούσε γιο, η οποία ονομαζόταν Ικιντσί Καντίμ (Δεύτερη Γυναίκα). Όταν ένας νέος Σουλτάνος ανέβαινε στον Θρόνο, η μητέρα του γινόταν Βαλιντέ Σουλτάν, δηλαδή Σουλτάνα-Μητέρα και ήταν η αδιαφιλονίκητη διευθύντρια του χαρεμιού. Η μητέρα του Σουλεϊμάν πέθανε το 1534 – ο Σουλεϊμάν της έκανε μια μεγαλοπρεπή κηδεία με επίσημο πένθος που κράτησε είκοσι μέρες – και η Ροξελάνα η υψηλότερη αρχή στο σαράι. Ήθελε προφανώς να προωθήσει τον γιο της Μεχμέτ για διάδοχο του θρόνου, ενώ ήταν τυπικά δεύτερος στη σειρά μετά τον Μουσταφά. Ο ίδιος ο Σουλεϊμάν φαίνεται να προτιμούσε για διάδοχό του κάποιον από τους γιους της Ροξελάνας.

Από τα πρώτα έργα της βασιλιάς του ήταν η έκδοση νόμων και διαταγμάτων τα οποία επέφεραν σημαντικές μεταρρυθμίσεις στο σύστημα δικαιοσύνης της Αυτοκρατορίας, η οποία μέχρι τότε βασίζονταν στους πολεμικούς κώδικες των Τουρκικών νομάδων από τους οποίους προέρχονταν οι Οθωμανοί. Εξ αυτού προέρχεται και το προσωνύμιο του Σουλεϊμάν από τους Τούρκους, Κανούνι, ο Νομοθέτης.

Στις αρχές του 1523 ο Σουλεϊμάν διόρισε νέο Μεγάλο Βεζίρη τον Ιμπραήμ, έναν Έλληνα αιχμάλωτο που είχε μεγαλώσει μαζί του στο σαράι και είχε γίνει ο καλύτερος φίλος του. Τον επόμενο χρόνο ο Σουλεϊμάν του έδωσε σε γάμο την αδελφή του Χαντιτσέ και με την ευκαιρία οργάνωσε οκταήμερες γιορτές στον Ιππόδρομο. Ο Ιμπραήμ είχε ήδη συγκεντρώσει μεγάλη περιουσία από τη σχέση του με το Σουλτάνο. Το 1524 ολοκλήρωσε την κατασκευή ενός μεγαλοπρεπέστατου παλατιού δίπλα ακριβώς στον Ιππόδρομο.

Ο Σουλεϊμάν δε φόραγε ποτέ τα ίδια ρούχα. Γέμισε το παλάτι του με κωμικούς, ηθοποιούς, αστρολόγους, αρχιτέκτονες, γιατρούς – και αμίλητους γενίτσαρους. Ήταν στη μισθοδοσία ενός τάγματος γενιτσάρων, όπου έπαιρνε την αμοιβή του κάθε μήνα. Και ήταν τόσο πλούσιος, που ο bailio (επίσημος αντιπρόσωπος της Βενετίας στη Μεγάλη Πύλη) ειδοποιούσε την κυβέρνησή του ότι κανείς πια στο σαράι δεν νοιάζεται για την αξία των δώρων που στέλνονται στην Πύλη, αφού κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να τ’ ανοίξει και το μόνο που έχει σημασία είναι ο όγκος τους.

Στις 22 Ιουνίου 1533 υπέγραψε με τους Αψβούργους συνθήκη ειρήνης. Έτσι μπόρεσε να στραφεί προς το Ανατολικό μέτωπο. Τρεις μήνες μετά την συνθήκη, ο Ιμπραήμ Πασάς πήρε το στρατό στη βόρειο-ανατολική Ανατολία, προετοιμαζόμενος να επιτεθεί στο Αζερμπαϊτζάν. Λίγο αργότερα ο Σουλεϊμάν οδηγούσε έναν άλλο στρατό εισβάλλοντας στο Ιράν και στο Ιράκ. Στις 13 Ιουλίου 1534 κατέλαβε την Ταυρίδα και λίγες μέρες μετά τη Βαγδάτη. Το χειμώνα που ακολούθησε, ο Ιμπραήμ γύρισε στην Κωνσταντινούπολη και ο Σουλεϊμάν έμεινε στη Βαγδάτη. Εκεί έλαβε ένα γράμμα από τη Ροξελάνα με παράπονα για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε στο χαρέμι:
«Άρχοντά μου, η απουσία Σου μου ανάβει φωτιά που δε σβήνει. Λυπήσου τη ψυχή μου που υποφέρει και απάντησέ μου γρήγορα ώστε με το γράμμα Σου να βρω λίγη παρηγοριά… Διάβασα το γράμμα Σου και δίπλα μου ήταν ο γιος σου Μεχμέτ και η κόρη Σου Μιχριμάχ και δάκρυσαν τα μάτια τους. Τα δάκρυά τους συντάραξαν το μυαλό μου… Με ρωτάς γιατί είμαι θυμωμένη με τον Ιμπραήμ Πασά. Όταν – με τη θέληση του Θεού – βρεθούμε πάλι μαζί θα Σου εξηγήσω και θα καταλάβεις.

Στο μεταξύ ο Ιμπραήμ είχε φτάσει στο αποκορύφωμα της δόξας του. Αυτός ακριβώς ήταν και ο λόγος που ανησυχούσε η Ροξελάνα. Ακριβώς ένα χρόνο πριν, ο Ιμπραήμ είχε καυχηθεί στον πρεσβευτή της Βενετίας ότι είχε συγκεντρώσει στα χέρια του τόση δύναμη που ξεπερνούσε και αυτή του Σουλτάνου. Ο ίδιος πρεσβευτής έγραφε στο Δόγη της Γαληνοτάτης: «Αν ο Σουλεϊμάν αποφασίσει να στείλει τον υπηρέτη του να δολοφονήσει τον Ιμπραήμ τίποτα – παρόλη τη δύναμη του τελευταίου, τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει το φονικό». Το τέλος του Ιμπραήμ ήλθε στις 15 Μαρτίου του 1536, όταν ο Σουλεϊμάν τον προσκάλεσε σε δείπνο στα διαμερίσματά του στο Τοπ Καπί σαράι. Αυτό που συνέβη εκείνο το βράδυ παραμένει μυστήριο. Το επόμενο πρωί πάντως το σώμα του Ιμπραήμ βρέθηκε έξω από την Υψηλή Πύλη του σαραγιού και η κατάστασή του έδειχνε ότι είχε στραγγαλιστεί αφού πρώτα είχε παλέψει για τη ζωή του. Αμέσως μετά το θάνατό του, ολόκληρη η τεράστια περιουσία του Ιμπραήμ δημεύτηκε.

Στην αρχή της βασιλείας του, ο Σουλεϊμάν ανανέωσε τη συμμαχία του πατέρα του Σελίμ με τον Έλληνα πειρατή από τη Μυτιλήνη με το όνομα Μπαρμπαρόσα – γνωστό στους Οθωμανούς σαν Χαϋρεττίν Πασά – ο οποίος είχε κυριεύσει την Αλγερία και τις ακτές της Μπαρμπαριάς. Το 1534 ο Σουλεϊμάν τον διόρισε γενικό αρχηγό του Οθωμανικού στόλου – Καπουτάν Πασά Ντέρυα – και αυτός επανέκτησε για τους Οθωμανούς όλες τις περιοχές της Βορείου Αφρικής που τους είχε πάρει ο Κάρολος ο 5ος, βασιλιάς των Αψβούργων. Το 1536 ο Σουλεϊμάν και ο Φραγκίσκος ο 1ος της Γαλλίας συνάψανε επίσημη συμμαχία κατά του Καρόλου του 5ου. Αυτή περιελάμβανε μια εμπορική συμφωνία σύμφωνα με την οποία οι Γάλλοι έμποροι είχαν ελευθερία συναλλαγών σε όλη την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Ο Μπαρμπαρόσα απέτυχε να καταλάβει την Κέρκυρα την οποία πολιόρκησε το 1536 και επέστρεψε στο Αιγαίο όπου στράφηκε κατά των νησιών που κατείχαν οι Βενετοί, αιχμαλωτίζοντας χιλιάδες από τους κατοίκους τους και πουλώντας τους σκλάβους στην Ιστανμπούλ. Το αποτέλεσμα ήταν για την Οθωμανική Αυτοκρατορία να επεκτείνει την κυριαρχία της σε όλα τα νησιά του Αιγαίου με εξαίρεση τη Ρόδο και την Κρήτη. Ο Μπαρμπαρόσα στη συνέχεια στράφηκε στην Αδριατική και αφού νίκησε το στόλο των ενωμένων δυνάμεων του Καρόλου, στην Πρέβεζα στις 28 Σεπτεμβρίου του 1538, συνέχισε, για άλλα πέντε χρόνια, να καταλαμβάνει το ένα μετά το άλλο όλα τα νησιά της Μεσογείου, μέχρις ότου επέστρεψε απόμαχος στην Πόλη όπου πέθανε το 1546. Ενταφιάστηκε στο Μπεσίκτας, στην Ευρωπαϊκή πλευρά του Βοσπόρου, σε ένα θαυμάσιο μαυσωλείο που χτίστηκε ειδικά γι’ αυτόν από τον περίφημο Οθωμανό αρχιτέκτονα Σινάν, που τότε ήταν στην αρχή της μεγάλης καριέρας του4.

Το Φθινόπωρο του 1539 ο Σουλεϊμάν και η Ροξελάνα γιόρτασαν την περιτομή των γιων τους Βαγιαζήτ και Τσιχανγκίρ με μια τελετή στον Ιππόδρομο που κράτησε 15 μέρες. Ταυτόχρονα γιόρτασαν το γάμο της κόρης τους Μιχριμάχ με τον Ρουστέμ Πασά ο οποίος έγινε στη συνέχεια Μέγας Βεζίρης της Αυτοκρατορίας. Ο γάμος αυτός είναι ένα ακόμα από τα περίεργα συμβάντα της βασιλείας του Σουλεϊμάν. Ο Ρουστέμ έμεινε γνωστός στους Οθωμανούς σαν Κεχλέ-ι-Ικμπάλ (η Ψείρα με την Καλή Τύχη).Φαίνεται ότι ο εχθροί του προσπάθησαν να ματαιώσουν το γάμο του με την πριγκίπισσα αφήνοντας φήμες ότι ήταν λεπρός. Οι γιατροί όμως του παλατιού που τον εξέτασαν βρήκαν απλώς ότι ήταν γεμάτος ψείρες και αμέσως αποφάνθηκαν ότι δεν μπορεί να έχει λέπρα, αφού οι ιατρικές πρακτικές της εποχής έλεγαν ότι οι ψείρες αποφεύγουν τους λεπρούς. Έτσι ο Ρουστέμ παντρεύτηκε την Μιχριμάχ, αποκτώντας το παρατσούκλι του από την παλιά Τουρκική παροιμία ότι «Αν είσαι τυχερός, ακόμα και οι ψείρες σου φέρνουν τύχη». Από ότι φαίνεται, ο Σουλεϊμάν δεν ήταν – στην αρχή τουλάχιστον –πολύ ενθουσιασμένος με το γαμπρό του. Η Μιχριμάχ όμως ήταν βαθιά ερωτευμένη μαζί του και ο πατέρας της, ο ίδιος ερωτευμένος με τη μητέρα της μέχρι το τέλος της ζωής του – δεν μπορούσε να της χαλάσει χατίρι. Ο ίδιος ο άσημος νεαρός Ρουστέμ αποδείχθηκε άξιος των περιστάσεων, αφού εξελίχθηκε σε πολύ καλό πολιτικό, ο οποίος μάλιστα υπηρέτησε και τον διάδοχο του Σουλεϊμάν, τον γιο του Σελίμ τον 2ο, τον Αισχρό.

Η πρώτη ενέργεια του Σουλεϊμάν όταν έγινε Σουλτάνος το 1521 ήταν να προσφέρει στους Ούγγρους ανακωχή των Τουρκικών επιδρομών στα εδάφη τους, σε αντάλλαγμα ενός σημαντικού φόρου υποτέλειας. Οι Ούγγροι έκοψαν τις μύτες και τ’ αυτιά των αντιπροσώπων του και τους έστειλαν πίσω. Μια δικιά τους αντιπροσωπία έφτασε στο Βορμς, στο Ρήνο, όπου συνεδρίαζαν οι πρίγκιπες της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ζητώντας βοήθεια για τον επερχόμενο πόλεμο. Δυστυχώς για τους Ούγγρους, οι ευγενείς πρίγκιπες είχαν άλλα προβλήματα να λύσουν: Λίγες μέρες πριν ο Κάρολος ο 5ος είχε κατηγορήσει τον Λούθηρο σαν αιρετικό και η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία βάδιζε προς διάλυση.

Έτσι, ενώ οι Ούγγροι κατάλαβαν το λάθος τους, ο ‘Σιωπηλός Αμνός’ έπαιρνε το Βελιγράδι καταφέρνοντας καίριο χτύπημα στη γραμμή άμυνάς τους. Ο Busbeck αντελήφθη την κρισιμότητα της κατάστασης: οι Οθωμανοί επέστρεφαν στη Ευρώπη «σαν ένα ορμητικό ποτάμι, φουσκωμένο απ’ τη βροχή που καταστρέφει τα πάντα και παρασύρει όλους στο πέρασμά του». Ο ίδιος ο Σουλεϊμάν, μετά και την ιδιοφυή του επίθεση κατά των ιπποτών στη Ρόδο, έσκισε τη σκηνή του στους κάμπους της Σερβίας και την έκτισε πέτρινη, θέλοντας να δείξει σε όλους, Φράγκους, Χριστιανούς, Οθωμανούς, την αδαμάντινη θέση του να μείνει στην Ευρώπη.

Για διακόσια χρόνια οι Ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη στη Ρόδο έβγαζαν το ψωμί τους εκμεταλλευόμενοι τους Έλληνες κάτοικους του νησιού, προσφέροντας καταφύγιο σε Χριστιανούς πειρατές, κουρσεύοντας τα Οθωμανικά πλοία στο Αιγαίο και σφάζοντας όσους έπεφταν στα χέρια τους. Ο Sir Paul Rycault, Άγγλος χρονογράφος, αναφέρει ότι μια Αγγλίδα Λαίδη, καθ’ οδόν προς την Ιερουσαλήμ το 1320 για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους, ‘εξάγνισε τη ψυχή’ της σκοτώνοντας στη Ρόδο ιδιοχείρως χίλιους Σαρακηνούς αιχμαλώτους. Η παρουσία μιας τέτοιας εχθρικής δύναμης σ’ ένα νησί στο προαύλιο της Αυτοκρατορίας δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα, μεταξύ των οποίων το κυριότερο ήταν η δυσκολία διέλευσης των πλοίων από την Αίγυπτο που μετέφεραν σιτηρά και μετρητά στην Πόλη. Αλλά και η παρεμπόδιση των Ευρωπαίων Μουσουλμάνων χατζήδων που με πλοία – και την προστασία - του Σουλτάνου πήγαιναν στη Μέκκα, αποτελούσε μεγάλη προσβολή για τον αγέρωχο Οθωμανό. Το Κάστρο των Ιπποτών της Ρόδου θεωρείτο άπαρτο. Είχαν στη διάθεσή τους εξήντα χιλιάδες άνδρες. Ένας από αυτούς είχε εφεύρει ένα είδος τεράστιου στηθοσκοπίου το οποίο άκουγε τον εχθρό από μακριά. Ένας άλλος ήταν ο γιος του αδελφού του παππού του Σουλεϊμάν (δεύτερος εξάδελφος) Τσεμ, ο οποίος είχε γίνει Χριστιανός και πολεμούσε με τους ιππότες. Με την πτώση του Κάστρου, ο Σουλεϊμάν ζήτησε να του φέρουν και τους δύο αυτούς. Οι ιππότες είπαν ότι ο άνθρωπος του στηθοσκοπίου ήταν νεκρός και τον φυγάδευσαν. Ο Τσεμ και η οικογένειά του παραδόθηκαν στο Σουλεϊμάν για να εκτελεσθούν. Ανήμερα τα Χριστούγεννα έδωσε ακρόαση στους ξένους αντιπροσώπους στην Πύλη εξυμνώντας τον αρχηγό των ιπποτών και την άμυνά τους. Τον στεναχωρούσε βαθύτατα, είπε, να δει το γηραιό κύριο να εγκαταλείπει το νησί. Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς του 1523, οι ιππότες εγκατέλειψαν τη Ρόδο και δέκα χρόνια αργότερα είχαν εγκατασταθεί στη Μάλτα, αφήνοντας την ανατολική Μεσόγειο στους Οθωμανούς.

Στην Ουγγαρία, η πτώση της νότιας αμυντικής γραμμής συνέπεσε με την παρακμή της πολιτικής δύναμης της χώρας. Οι Ούγγροι είχαν ένα νέο βασιλιά, το δεκάχρονο Λουδοβίκο. Δυστυχώς γι’ αυτόν, γεννήθηκε πρόωρα, παντρεύτηκε πρόωρα, έγινε βασιλιάς πρόωρα και πέθανε πρόωρα. Οι σύμβουλοί του τον έβαλαν να ηγηθεί του στρατεύματος που θα προσπαθούσε να σταματήσει τους Οθωμανούς. Οι Φράγκοι είχαν προβλέψει το αποτέλεσμα της αναμέτρησης και αυτή τη φορά, αποφεύγοντας τη νίλα της Νικόπολης, δεν έδειξαν κανένα ενδιαφέρον. Ο Ουγγρικός στρατός αποφάσισε να μην κυνηγήσει αυτή τη φορά τους Τούρκους αλλά να τους περιμένει στο έδαφος της χώρας του. Στρατοπέδευσαν λοιπόν στην πόλη Μόχατς, ανάμεσα σε ένα ποτάμι και ένα έλος. Και εδώ τώρα έκαναν τα ίδια λάθη που είχαν κάνει οι Γάλλοι στη Νικόπολη: Πέφτοντας στην παγίδα των Οθωμανών, έγιναν ανυπόμονοι και αποφάσισαν να κυνηγήσουν τους Τούρκους, παρά τη συμβουλή των πιο παλιών να περιμένουν στα αμυντικά κάστρα στα περάσματα της Τρανσυλβανίας. Χάθηκαν όλοι όπως και στη Νικόπολη, περικυκλωμένοι από τους Οθωμανούς σαν τη μύγα στην παγίδα, σ’ ένα παιχνίδι που ήξεραν καλά. Όλοι οι αρχηγοί τους, δύο αρχιεπίσκοποι, πέντε επίσκοποι, οι ιππότες με τους αρχηγούς τους σφαγιάσθηκαν. Όσο για τον νεαρό βασιλιά, ο Σουλεϊμάν θρήνησε μπροστά στο άψυχο κορμί του και ανήγγειλε: «Ένα έθνος απίστων εξουδετερώθηκε, δόξα στον Αλλάχ». Μια αντιπροσωπεία κατοίκων της πόλης του παρέδωσε τα κλειδιά της Βούδας και η πόλη καταστράφηκε ολοσχερώς. Η μεγάλη βιβλιοθήκη του Ματθαίου Κορβίνου μεταφέρθηκε με πλοίο από το Δούναβη στην Ισταμπούλ, μαζί με δυο μεγάλα κανόνια που είχε εγκαταλείψει ο Μεχμέτ ο Πορθητής κατά την πολιορκία του Βελιγραδίου το 1456. Ο στρατός κατέβηκε το Δούναβη από την αριστερή του όχθη, έχοντας ανέβει από τη δεξιά, μέχρι τις εκβολές στο Πέτερ-Βαραντίν. Και το Νοέμβριο εισήλθε θριαμβευτής στην Κωνσταντινούπολη.


Πέρασαν άλλα είκοσι χρόνια μέχρις ότου ο Σουλεϊμάν προσαρτήσει επίσημα την Ουγγαρία στην Αυτοκρατορία, προτιμώντας να τη βλέπει να σπαράζεται από εμφύλιες διενέξεις για τη διαδοχή στο θρόνο, σε ένα κράτος χωρίς επικράτεια και χωρίς ισχύ, αφού η διοίκηση και η εξουσία ήταν στα χέρια των Οθωμανών και των υποτελών τους. Ο ίδιος έστρεψε την προσοχή του στην Περσία και την Μεσόγειο. Ο μικρός Λουδοβίκος ο 2ος πέθανε βέβαια άτεκνος και πολλοί ήθελαν το θρόνο του. Ο Βοϊβόδας της Τρανσυλβανίας Ιωάννης Ζαφόλιας, με την υποστήριξη των Οθωμανών, φαινόταν ο πιο πιθανός υποψήφιος. Ο Φερδινάνδος, Δούκας της Αυστρίας και αδελφός του Καρόλου προώθησε την υποψηφιότητά του με το γάμο του. Οι Οθωμανοί τον αποκαλούσαν «Όχι βασιλιάς, ένα ανθρωπάκι από τη Βιέννη».Είχε όμως την υποστήριξη των Αψβούργων, τους οποίους, τη συγκεκριμένη στιγμή, ο Σουλεϊμάν δεν ήθελε να κοντράρει. Η μάχη της εξουσίας συνεχίσθηκε μέχρι το 1538 οπότε έπεισε τον Ζαφόλια, που δεν είχε ούτε σύζυγο ούτε απογόνους, να τον χρήση διάδοχό του.

Ο Ζαφόλιας όμως παντρεύτηκε μια Πολωνίδα πριγκίπισσα, την Ισαβέλλα, η οποία λίγο πριν τον θάνατό του τού χάρισε ένα γιο, ακυρώνοντας έτσι εκ των πραγμάτων τη συμφωνία με τον Φερδινάνδο. Το γεγονός ήταν τόσο ευτυχές (ο Ζαφόλιας ήταν αρκετά μεγάλος στην ηλικία) που ο Σουλεϊμάν έστειλε αντιπροσωπεία να παρακολουθήσουν το θηλασμό του βρέφους από την Ισαβέλλα. Ο Φερδινάνδος της Αυστρίας, χωρίς να έχει και τα χρήματα να διεκδικήσει το θρόνο μαχητικά, έχασε το παιχνίδι. Μικρή όμως ήταν η διαφορά, μια που το 1541 ο Σουλεϊμάν έφθασε στη Βούδα, στην οποία η Ισαβέλλα προσπαθούσε να αμυνθεί από τις επιθέσεις των Αυστριακών του Φερδινάνδου. Την απομάκρυνε με την υπόσχεση να την επαναφέρει με την ενηλικίωση του γιου της. Ο Θρόνος της Ουγγαρίας απέκτησε Οθωμανό αντιβασιλέα και ο Φερδινάνδος αποσύρθηκε στην Αυστρία όπου ετοίμασε την άμυνα της πόλης κατά των επερχόμενων Οθωμανών. Ο Σουλεϊμάν, παρά την περιφρόνησή του προς ‘τον ανθρωπάκο από τη Βιέννη’ έμελλε να τον βρει μπροστά του στην πολιορκία της Βιέννης το 1529 όταν φάνηκε πως όλα είχαν τελειώσει και για την πρωτεύουσα των Αψβούργων. Στις 14 Οκτωβρίου του 1529, ο Σουλεϊμάν ξαφνικά έλυσε την πολιορκία της Βιέννης, ύστερα από μόλις 19 ημέρες. Εκείνο το χρόνο, ο στρατός του εκστράτευε για 201 μέρες.

Ξανάλθε το 1532 με όσο στρατό χρειαζόταν για την επίθεση, μέχρι και 300.000 άνδρες, όπως εκτιμούν οι ιστορικοί. Αυτή τη φορά, ο Αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Κάρολος ο 5ος, Βασιλιάς της Ισπανίας και των αποικιών της, ήταν στη Βιέννη, όπως ήξερε ο Σουλεϊμάν. Ο Κάρολος κατόρθωσε να καθησυχάσει τους πρίγκιπες της αυτοκρατορίας του που του ζητούσαν να μαζέψει στρατό από τις Γερμανικές περιοχές και να ηγηθεί ο ίδιος κατά των Τούρκων. Ο Κάρολος και ο Σουλεϊμάν ήταν κατά κάποιο τρόπο οι άρχοντες του καιρού τους. Από τη νίκη του Καρόλου εξαρτιόταν, φυσικά, το μέλλον του οίκου του μαζί με αυτό των χωρών της κυριαρχίας του: της Ισπανίας, των Κάτω Χωρών, του μεγαλυτέρου μέρους της Ιταλίας και όλης της Γερμανίας, από τη Βαλτική μέχρι τη Βοημία. Σε όλη τη Χριστιανοσύνη, μόνο οι Γάλλοι, συμπιεσμένοι ανάμεσα στους σατράπες των Αψβούργων, ήθελαν ανεπιφύλακτα την ήττα του.

O καιρός, που ήταν ήδη κακός το Μάιο, όταν ο Οθωμανικός στρατός άφηνε το Έντιρνε, έγινε απαίσιος τον Ιούνιο, όταν έφθασαν στη μικρή πόλη Γκουνς περίπου 100 χιλιόμετρα νότιο-ανατολικά της Βιέννης, στον ποταμό Ράαμπ (το σημερινό Koeszech). Η ασταμάτητη βροχή υποχρέωσε τους Οθωμανούς να εγκαταλείψουν τα μεγάλα κανόνια τους που τον τραβούσαν βόδια και τα οποία, χωμένα στις λάσπες, καθυστερούσαν όλο το στρατό. Η ίδια η πόλη Γκουνς ήταν τόσο μικρή που δεν επέτρεπε την πλήρη ανάπτυξη του μεγάλου στρατού και εξανέμισε αυτό το πλεονέκτημα. Έτσι, η μικρή φρουρά που αμυνόταν με γενναιότητα στο κάστρο της πόλης καθυστέρησε τους Οθωμανούς για ένα ολόκληρο μήνα. Οι αλλεπάλληλες καθυστερήσεις είχαν φέρει την εκστρατεία σε χρονικό σημείο που η πολιορκία και η άλωση της Βιέννης φαινόταν χρονικά δύσκολη. Η μόνη ελπίδα του Σουλεϊμάν ήταν να συναντήσει το στρατό των Αψβούργων έξω από τη Βιέννη, αν βέβαια αυτοί έβγαιναν από τα τείχη της. Την ικανοποίηση αυτή δεν του την έδωσαν.

Ο Κάρολος ο 5ος και ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής είχαν πολλά κοινά σημεία. Και ενώ ο ένας κατηγορούσε τον άλλον για φυγομαχία και ο καθένας διακήρυσσε τον εαυτό του νικητή, μάλλον και οι δυο ανακουφίσθηκαν όταν οι γιγαντιαίοι στρατοί τους αποχώρησαν χωρίς να πολεμήσουν5. Για τον Σουλεϊμάν, κάθε άλλο παρά ήττα σήμαινε. Όμως, για πρώτη φορά στην ιστορία τους, οι Οθωμανοί γύρναγαν πίσω χωρίς λάφυρα. Και ενώ το 1537 σήμανε την πρωτιά της ‘μη-νίκης’ για το στρατό, ακολούθησε το 1556 το ίδιο για το στόλο, όταν τα πλοία γύρισαν νύχτα στην Κωνσταντινούπολη και ο Σουλτάνος ντύθηκε απλός πολίτης για να ακούσει από πρώτο χέρι τα παράπονα των υπηκόων του.

Μια επιδημία ευλογιάς – από τις πολλές που ταλαιπωρούσαν όλες τις πόλεις το Μεσαίωνα – το 1543 πήρε η ζωή του Σεχζαντέ Μεχμέτ (του Πρίγκιπα Μεχμέτ), πρωτότοκου γιου του Σουλεϊμάν και της Ροξελάνας. Ήταν μόλις 24 ετών. Η καρδιά του Σουλεϊμάν ράγισε. Αρνιόταν επί τρεις μέρες να δώσει το σώμα του γιου του για ταφή. Έκτισε στη μνήμη του γιου του ένα μεγάλο τζαμί στον Τρίτο Λόφο, δίνοντας κατάλληλη εντολή στο Σινάν. Το Σεχζαντέ Τζαμί ολοκληρώθηκε το 1548. Ο ίδιος ο Σινάν αποκάλυψε λίγο πριν το τέλος της ζωής του ότι το Σεχζαντέ Τζαμί ήταν ένα έργο της νιότης του, πριν ακόμα αποκτήσει την πείρα και τη δεξιοτεχνία της ακμής του. Το τζαμί όμως αυτό είναι θαυμάσιο, ακόμα και σήμερα, δείχνοντας σε όλους την ιδιοφυΐα του αρχιτέκτονα6.

Οι φιλοδοξίες του Σουλεϊμάν ήταν πάντα σε αντίθεση με τον απαισιόδοξο, φιλύποπτο χαρακτήρα του. Οι τραγωδίες και οι προσωπικές δυστυχίες που χαρακτηρίζουν τη μακρά βασιλεία του είναι πολύ χειρότερες από τις ύβρεις που διέκριναν τη βασιλεία του Βαγιαζήτ του 1ου, του Κεραυνού, του οποίου η θητεία σημάδεψε την Αυτοκρατορία. Και ενώ ο Κεραυνός, αγράμματος και παρορμητικός, δεν έκρυβε την απόλυτη κυριαρχία του και δεν σταμάτησε ποτέ να την επισείει – και να την εφαρμόζει – κατά των ανυπάκουων υπηκόων του, όταν και όπως αυτός θεωρούσε αναγκαίο – πράγμα γνωστό και αποδεκτό από όλους – ο Σουλεϊμάν με τους εκλεπτυσμένους τρόπους του και τον γεμάτο πάθος χαρακτήρα του, σηματοδότησε την απαρχή μιας νέας εποχής αυλισμού και καχυποψίας που ταλάνισε την Αυτοκρατορία μέχρι το τέλος της: Στην αυλή του Σουλεϊμάν, φαίνεται ότι όσο πιο ψηλά έφτανε κάποιος, τόσο πιο κοντά στον τράχηλό του ένοιωθε το χρυσό τσεκούρι του αυτοκρατορικού δήμιου ή τη μεταξένια κλωστή της αγχόνης.

Το 1553, ενώ ο Οθωμανικός στρατός βρισκόταν σε μια ακόμα εκστρατεία στο Ιράν, ο Μέγας Βεζίρης Ρουστέμ Πασάς έπεισε τελικά τον Σουλεϊμάν ότι ο πρώτος γιος του Πρίγκιπας Μουσταφά είχε συνωμοτήσει με τους Σαφαβίδες του Ιράν να καταλάβουν δια της βίας τον Οθωμανικό θρόνο. Αναμφίβολα ο Ρουστέμ είχε συνεννοηθεί με την πεθερά του Ροξελάνα η οποία για αρκετό καιρό προσπαθούσε να βγάλει από τη μέση το Μουσταφά προς όφελος του δικού της γιου Σελίμ που ήταν τώρα ο πρώτος στη σειρά για το θρόνο. Ο Μουσταφά είχε χαρακτηρισθεί «θαυμάσια μορφωμένος και έτοιμος να ανέβει στο θρόνο». Είχε φανατικούς οπαδούς ανάμεσα στους γενίτσαρους, κάτι που διευκόλυνε τον Ρουστέμ να πείσει τον Σουλεϊμάν για τη συνωμοσία του γιου του. Στις 6 Νοεμβρίου του 1553 ο Σουλεϊμάν κάλεσε το γιο του στο αρχηγείο του στο Ερεγλί. Μόλις ο πρίγκιπας φάνηκε, ο Σουλεϊμάν έβαλε να τον στραγγαλίσουν – και για να δουν όλοι και να καταλάβουν, άφησε το σώμα του σε κοινή θέα. Ο πρίγκιπας Τσιχανγκίρ, αδελφός του δολοφονημένου και κυβερνήτης στο Αλέπο της Συρίας, μόλις έμαθε τα νέα αρρώστησε σοβαρά από οργή και λύπη και πέθανε στις 27 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου.

Οι γενίτσαροι εξοργίσθηκαν από την εκτέλεση του Μουσταφά και ήταν έτοιμοι να ξεσηκωθούν. Ο Σουλεϊμάν τους καθησύχασε διώχνοντας τον Ρουστέμ Πασά και αντικαθιστώντας τον με τον Καρά Αχμέτ Πασά. Μετά από δυο χρόνια ο Αχμέτ Πασά δολοφονήθηκε από τον Σουλεϊμάν ο οποίος αναδιόρισε τον Ρουστέμ Πασά σαν Μεγάλο Βεζίρη, αναμφίβολα με τις παροτρύνσεις της Ροξελάνας.

Η Ροξελάνα ήταν τώρα πολύ κοντά στον στόχο της, αφού και οι δύο υποψήφιοι για το θρόνο και μοναδικοί επιζώντες γιοι του Σουλτάνου – ο Σελίμ και ο Βαγιαζήτ - ήταν παιδιά της. Προτίμησε τον Σελίμ, που ήταν γνωστός σαν Αισχρός ή Πότης. Με τη βοήθεια της μητέρας του και την ανοχή των γενιτσάρων, ο Σελίμ εξουδετέρωσε τον αδελφό του και πήρε τελικά το θρόνο.

Ο Σουλεϊμάν έγραφε όλα τα συμβάντα της ζωής του στο ημερολόγιό του, με τρόπο λιτό αλλά ποιητικό και άκρως αποκαλυπτικό για τα συναισθήματά του. Στις 31 Αυγούστου 1536 – την ένδοξη αυτή χρονιά για τα Οθωμανικά όπλα, τη χρονιά που ο Σουλτάνος κατατρόπωσε την Ουγγαρία στο Μόχατς – έγραφε στο ημερολόγιό του την πιο καταθλιπτική φράση: «Η βροχή πέφτει αδιάκοπα. Εκτελέσθηκαν2000 αιχμάλωτοι». Κατά τη διάρκεια της ζωής του, τα σύνορα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έφτασαν πιο μακριά από ποτέ. Ο ίδιος όμως ίσως να είχε καταλάβει πριν πεθάνει ότι δεν μπορούσαν να πάνε πιο μακριά. Υπήρξε ποιητής και μαχητής. Προστάτης της πίστης του αλλά και των τεχνών και της επιστήμης. Ένας μονάρχης που ήξερε τι πρέπει να κάνει σε όλο τον κόσμο και στην Αυτοκρατορία του, αλλά που ήταν πιο αδίσταχτος και ανελέητος μέσα στα σύνορά του παρά έξω από αυτά. Έβαλε να δολοφονήσουν τον καλύτερό του φίλο. Θρήνησε με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο τον θάνατο ενός από τα παιδιά του: Έβγαλε και ποδοπάτησε το τουρμπάνι του, διέλυσε με τα χέρια του τα κοσμήματά του, κατέβασε όλα τα διακοσμητικά από τους τοίχους του παλατιού, διέταξε να στρώσουν ανάποδα όλα τα χαλιά και ακολούθησε τη σορό του μέχρι τον τάφο του, πάνω σε άλογα που έκλαιγαν. Όμως ο γιος του Μουσταφά στραγγαλίστηκε από κωφάλαλους του σαραγιού ενώ ο Σουλεϊμάν παρακολουθούσε πίσω από ένα παραβάν: τον είχαν πείσει ότι ο Μουσταφά εξύφαινε πραξικόπημα εναντίον του. Ένας ακόμα γιος του Σουλεϊμάν, ο Βαγιαζήτ, κατάλαβε το δράμα και πήρε στα χέρια του την ηγεσία ενός πραγματικού πραξικοπήματος. Νικήθηκε, το έσκασε στην αυλή του Σάχη της Περσίας, από όπου – μετά από διαπραγματεύσεις – παραδόθηκε από το Σάχη στον δήμιο του πατέρα του. Ο Σουλεϊμάν άφησε την Αυτοκρατορία στο Σελίμ, τον επικαλούμενο Πότη ή Μεθύστακα, ή Αισχρό, γιο όμως της Ροξελάνας. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, το ένστικτο του επικείμενου τέλους εκτόπισε τις προσδοκίες και τη γενναιοδωρία της νεότητας – ντυνόταν απλά, έτρωγε από πήλινα πιάτα και υιοθέτησε το Ορθόδοξο Ισλάμ, αναγορεύοντας τον πιο σοφό από τους μουλάδες σαν ένα είδος Πατριάρχη στην κορυφή μιας νέας ιεραρχίας της Μουσουλμανικής πίστης7. Ο Αυστριακός πρεσβευτής στην Πύλη, αποχωρώντας από την υπηρεσία του λίγο πριν τον θάνατο του Σουλεϊμάν, ανέφερε στους ανωτέρους του: «ο γηραιός αυτός κύριος είναι πια μια παρωδία του εαυτού του, αυτού τουλάχιστον που λέγεται ότι ήταν στα νιάτα του. Η παρακμή του μεγαλείου αυτού του χοντρού, φτιασιδωμένου, αδύναμου να περπατήσει από πρησμένα πόδια κυρίου δεν είναι άλλο από την κατάντια της ίδιας της αυτοκρατορίας του».


1 Το Μέγα Κουλλίγιε είχε επίσης χτιστεί από τον Μεχμέτ τον Πορθητή. Το τζαμί του συμπλέγματος, το Φατίχ Τζαμί (Το Τζαμί του Πορθητή) ξαναχτίστηκε εκ βάθρων μετά την καταστροφή του από το μεγάλο σεισμό του 1766. Το συγκρότημα περιελάμβανε οκτώ θεολογικές σχολές, νοσοκομείο, άσυλο ανιάτων, κουζίνα παρασκευής σούπας για όλους τους περαστικούς, ένα καραβάν-σαράι για τους επισκεπτόμενους εμπόρους, δημοτικό σχολείο, βιβλιοθήκη, δημόσια λουτρά, παζάρι και νεκροταφείο.
2 Η Κεντρική Ευρώπη των Αψβούργων ήταν ασφαλώς επέκταση της Ισπανικής Αυτοκρατορίας. Ο Κάρολος ο ΙΙ των Αψβούργων περιελάμβανε στον τίτλο του ‘Βασιλιάς της Ισπανίας’. Η Ισπανία (μάλλον οι Βησιγότθοι έποικοί της), με την μεγάλη ναυτική της δύναμη, την συντεταγμένη κρατική της οντότητα και – κυρίως – λόγω της Ιεράς Εξέτασης, ήταν η κυρίαρχη στο Ευρωπαϊκό παιχνίδι. Η Περσία, με τα μυθικά της πλούτη ήταν το ορόσημο της Ανατολής. Το μυθικό βασίλειο του Ιερού Ιωάννη, ήταν το Μεσαίωνα ένας θρύλος Χριστιανικού Βασιλείου που το τοποθετούσαν κάπου νότια της Αιγύπτου και της Νουβίας. Επρόκειτο για την Αβησσυνία, την Αρχαία Ελληνική Αιθιοπία, της οποίας τα ίχνη είχαν χαθεί. Ο τελευταίος πολιτισμένος ιστορικός και γεωγράφος που επισκέφθηκε την Αιθιοπία ήταν ο Ηρόδοτος. Για 1200 χρόνια, η Αιθιοπία ήταν για τους αγεωγράφητους Ευρωπαίους ανύπαρκτη. Όλη αυτή την περίοδο, οι Άραβες διέσχιζαν και εξερευνούσαν την Αφρική Τον 8ο αιώνα ο μεγάλος Άραβας γεωγράφος και περιηγητής Ιμπν Μπατούτα επισκέφτηκε την Αιθιοπία . Οι Αιθίοπες ήσαν πράγματι από τους πρώτους λαούς που ασπάστηκαν τον Χριστιανισμό, αλλά και οι μισοί από αυτούς προσήλθαν στο Ισλάμ. Η μαρτυρική Αιθιοπία ξανά-ανακαλύφθηκε από τους σύγχρονους Ευρωπαίους τον 18ο αιώνα. Για να γίνει πεδίο συγκρούσεων και κτηνώδους αποικιοκρατικής διαμάχης των… πολιτισμένων.
3 Ο Καπουτάν Πασάς (Ναύαρχος) του Σουλεϊμάν που του χάρισε τις βόρειες ακτές της Αφρικής, και τη Σικελία ήταν ο Έλληνας από τη Χίο Μπαρμπαρόσα. Για το θρύλο του θα πούμε αργότερα.
4 Ο Σινάν γεννήθηκε το 1497 κάπου στη σημερινή βόρεια Ελλάδα. Ξεκίνησε με το σύστημα ντεβσιρμέ (φόρος αγοριών) από τους Χριστιανικούς πληθυσμούς των Βαλκανίων. Έγινε γενίτσαρος και ασπάστηκε το Ισλάμ. Το ταλέντο του στην αρχιτεκτονική αναγνωρίστηκε νωρίς και εντάχτηκε στην υπηρεσία Μηχανικού σε τέσσαρες από τις εκστρατείες του Σουλεϊμάν. Το 1538 διορίστηκε διευθυντής του σώματος αρχιτεκτόνων του Σουλτάνου. Στο μεταξύ ο Σινάν είχε ήδη δημιουργήσει μια σειρά από κτίρια. Ο Σουλεϊμάν του έδωσε εντολή να κτίσει το Χασεκί Χιουρέμ Τζαμί προς τιμή της Ροξελάνας (της το πρόσφερε στα γενέθλιά της το 1539). Ο Σινάν έχτισε συνολικά 321 κτίρια σε όλη την Αυτοκρατορία, από τα οποία τα 85 - ανάμεσά τους 22 τζαμιά - λειτουργούν ακόμα στην Ιστανμπούλ Το τελευταίο του κτίριο τελείωσε λίγο μετά τον θάνατό του σε ηλικία 93 ετών.
5 Αν κάποιος ήταν νικητής αυτού του μη-γεγονότος, αυτός ήταν ο Λουθηρανισμός: Η άμεση επαφή του Καρόλου με τον Οθωμανικό στρατό τον έπεισε ότι η κατάσταση στην Κεντρική Ευρώπη ήταν πολύ κρίσιμη και η Τουρκική απειλή άμεση και καίρια. Κατάλαβε λοιπόν ότι δεν είχε άλλη επιλογή από το να συμφιλιωθεί με τους Λουθηρανούς Γερμανούς πρίγκιπες. Αν αυτό δεν είχε συμβεί, δεν θα ήταν καθόλου σίγουρη η μοίρα της νέας θρησκείας.
6 Το Σεχζαντέ Τζαμί περιβάλλεται από αυλότοιχο που περικλείει το τζαμί και άλλα ιδρύματα της Κουλίγιας, μεταξύ των οποίων μια μεντρέσα, μια κλινική, δύο μιναρέδες, ένα δημοτικό σχολείο και πέντε μαυσωλεία, με μεγαλύτερο αυτό του Πρίγκιπα Μεχμέτ. Μπροστά στο τζαμί υπάρχει μια όμορφη αυλή, ίσης έκτασης με το οικοδόμημα, το οποίο έχει τρεις εισόδους σε ισάριθμες πλευρές του. Η αυλή καταλήγει σε μια πύλη με πέντε θολωτές αψίδες από μάρμαρο. Οι δυο μιναρέδες, λεπτοί και διακριτικοί, βρίσκονται ακριβώς έξω από τον αυλότοιχο, σε δύο γωνίες σε απόλυτη συμμετρία με τις πόρτες του τζαμιού. Ο τοίχος των μιναρέδων, από πέτρα, είναι ιδιαίτερης ομορφιάς. Στο κάτω μέρος τους υπάρχουν διαφορετικής γεωμετρίας ψηφιδωτά ενώ στη κορυφή τους περίτεχνες τερακότες. Το εσωτερικό του τζαμιού είναι λιτό και καθορίζεται από λεπτούς κίονες στη βόρεια και νότια πλευρά. Οι δυο μιναρέδες, από μικρή ακόμα απόσταση, μοιάζουν να περιγράφουν όλα τα οικοδομήματα της κουλίγιας και να καθορίζουν μια κορνίζα για το τζαμί.
7 Η μεταστροφή του Σουλεϊμάν στο τέλος της ζωής του στο Ορθόδοξο Ισλάμ δεν κράτησε για πολύ και δεν επηρέασε καθόλου την πορεία της Αυτοκρατορίας. Ο Μουλάς που ανέλαβε την ιεραρχία του Ισλάμ (το οποίο δεν αναγνωρίζει θρησκευτική ιεραρχία και ιερείς) καθαιρέθηκε πάραυτα από τον διάδοχό του. Στην πρώτη του δημόσια εμφάνιση, ο Σελίμ, ενώπιον των ξένων πρεσβευτών στην Πύλη, απευθυνόμενος στον Μουλά του είπε: «Αναγνωρίζω μόνο έναν Πάπα» και τον εξόρισε δια βίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: